μυρωδικό


μυρωδικό
[миродико] ουσ. ο. духи

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μυρωδικό" в других словарях:

  • μυρωδικό — το 1. αρωματική ουσία, το άρωμα, η κολόνια: Ορισμένα μυρωδικά μού προκαλούν αλλεργία. 2. τα μπαχαρικά: Έβαλε πολλά μυρωδικά στο ψητό κρέας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άνηθο — Φυτό μονοετές της οικογένειας των σκιαδοφόρων (δικοτυλήδονα), που αυτοφύεται στις μεσογειακές χώρες, στην Αφρική και στην Ασία. Φτάνει σε ύψος τα 30 70 εκ., έχει γραμμωτούς, κοίλους βλαστούς και χρώμα γαλαζοπράσινο, φύλλα φτερωτά, κατά νηματοειδή …   Dictionary of Greek

  • άρτυμα — το (AM ἄρτυμα) [αρτύω] το καρύκευμα, το μυρωδικό αρχ. ό,τι προξενεί ευχαρίστηση ή ανακούφιση, η ανάπαυση από τους πόνους …   Dictionary of Greek

  • καλάμι — Κοινή ονομασία του βοτανικού είδους αρούνδος ο δόναξ, της οικογένειας των αγρωστωδών (μονοκοτυλήδονα). Είναι φυτό πολυετές, με ρίζωμα που σύρεται και βλαστό (καλάμι) κοίλο, διαμέτρου 3 6 εκ. και ύψους 3 7 μ., στην κορυφή του οποίου εμφανίζεται… …   Dictionary of Greek

  • κοπριλίδα — κοπριλίδα, ἡ (Μ) (ειρωνικά) μυρωδικό από κοπριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < *κοπρίλα + κατάλ. ίδα] …   Dictionary of Greek

  • μοσχοκάρυδο — Σπέρμα του καρπού της μυριστικής της ευώδους (οικογένεια μυριστικίδων, δικοτυλήδονα), που κατάγεται από τις Μολούκες νήσους και καλλιεργείται σε διάφορες τροπικές χώρες. Αποτελεί δέντρο εύοσμο σε κάθε τμήμα του. Τα μ. είναι ογκώδη, ωοειδή… …   Dictionary of Greek

  • μυρέψημα — το (Μ μυρέψημα) [μυρεψώ] αρωματώδες απόσταγμα, άρωμα, μυρωδικό («οὐ μόνον ἐξ ἀνθέων γλυκέων καὶ λοιπῆς χρησιμότητος ἑαυτῇ συγκροτεῑν τὸ μυρέψημα τοῡ γλυκάσματος», Ευστ.) …   Dictionary of Greek

  • μυριστικός — ή, ὁ (ΑΜ μυριστικός, ή, όν, Μ ουδ. και μεριστικόν) [μυρίζω] 1. αυτός που αναδίδει μύρο, άρωμα, αρωματικός, ευωδιαστός, μυρωδάτος («καλείς εις το μυριστικό πανηγύρι», Σολωμ.) 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μυριστικά αρωματώδη φυτικά προϊόντα,… …   Dictionary of Greek

  • μυρωδικός — ή, ὁ (Μ μυρωδικός, ή, όν) [μυρώδης] το ουδ. ως ουσ. το μυρωδικό α) αρωματικό υγρό, άρωμα, μυρωδιά β) αρωματικό άρτυμα εδεσμάτων και γλυκισμάτων, μυριστικό, μπαχαρικό μσν. αρωματικός, ευωδιαστός …   Dictionary of Greek

  • πιμέντα — (pimenta). Φυτό της οικογένειας των Μυρτιδών. Αριθμεί πέντε είδη, ιθαγενή της τροπικής Αμερικής. Είναι δέντρο με φύλλα μεγάλα μυρωδάτα, άνθη μικρά, λευκά πολυάριθμα κατά βότρεις. Ο καρπός είναι δρύπη με 1 2 σπέρματα. Είναι φυτά χρήσιμα για τις… …   Dictionary of Greek